logo youtube

Εκτύπωση

ΠΟΛ.1247/12.12.2011

on .

ΘEMA: «Ύπαρξη ή μη υποκαταστήματος σε εργοτάξια κατασκευαστικών επιχειρήσεων όταν έχουν περαιωθεί οι εργασίες.»

Με αφορμή προφορικά και γραπτά ερωτήματα που έχουν τεθεί στην Υπηρεσία μας αναφορικά με την ύπαρξη ή μη υποκαταστήματος σε εργοτάξια κατασκευαστικών επιχειρήσεων, όταν έχουν περαιωθεί οι εργασίες (γεγονός που προκύπτει από τη βεβαίωση περαίωσης) και έχει παραδοθεί το έργο. Επί των θεμάτων αρμοδιότητάς μας, σας πληροφορούμε τα ακόλουθα:

Δ/νση Κ.Β.Σ.

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Π.Δ. 186/1992), υποκατάστημα είναι οποιαδήποτε εκτός της έδρας της επιχείρησης επαγγελματική εγκατάσταση του επιτηδευματία, στην οποία ενεργείται παραγωγική ή συναλλακτική δραστηριότητα, ανεξάρτητα εάν αυτή διενεργείται κατʼ εντολή της έδρας ή άλλου υποκαταστήματος σε εκτέλεση σχετικών συμβάσεων.

2. Με την παράγραφο 9.1 της εγκυκλίου ΠΟΛ.3/24.11.1992 με την οποία ερμηνεύτηκαν οι διατάξεις του Κ.Β.Σ., διευκρινίζεται ότι ως υποκατάστημα θεωρείται μεταξύ άλλων και το εργοτάξιο της επιχείρησης.

3. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι με την περαίωση του τεχνικού έργου και την παύση κάθε τεχνικής δραστηριότητας στο χώρο του εργοταξίου, θέμα πραγματικό το οποίο αποδεικνύεται με κάθε πρόσφορο στοιχείο, ο χώρος αυτός δεν χαρακτηρίζεται ως υποκατάστημα, αφού στο χώρο αυτό δεν διενεργείται πλέον οποιαδήποτε παραγωγική ή συναλλακτική δραστηριότητα και εφόσον βέβαια έχει υποβληθεί δήλωση μεταβολής για την διακοπή εργασιών του εργοταξίου.

Δ/νση Φορολογίας Εισοδήματος

1. Με τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 31 του ν.3986/2011 (ΦΕΚ 152Αʼ) ορίζεται, ότι οι επιτηδευματίες και οι ασκούντες ελευθέριο επάγγελμα, εφόσον τηρούν βιβλία Β` ή Γ κατηγορίας του Κ.Β.Σ., υποχρεούνται σε καταβολή ετήσιου τέλους επιτηδεύματος, το οποίο ορίζεται ως εξής:

α) Για τις επιχειρήσεις ή ελεύθερους επαγγελματίες που έχουν την έδρα τους σε τουριστικούς τόπους και σε πόλεις ή χωριά με πληθυσμό έως διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους, σε τετρακόσια (400) ευρώ ετησίως.

β) Για επιχειρήσεις ή ελεύθερους επαγγελματίες που έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό πάνω από διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους, σε πεντακόσια (500) ευρώ ετησίως.

2. Με τις διατάξεις της παρ.2 του ίδιου ως άνω άρθρου και νόμου ορίζεται, ότι στις περιπτώσεις λειτουργίας υποκαταστημάτων, επιβάλλεται επιπλέον τέλος επιτηδεύματος τριακοσίων (300) ευρώ για κάθε υποκατάστημα.

Σε περίπτωση διακοπής της δραστηριότητας μέσα στη χρήση, το τέλος επιτηδεύματος περιορίζεται ανάλογα με τους μήνες λειτουργίας της επιχείρησης ή της άσκησης του επαγγέλματος. Χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δεκαπέντε (15) ημερών λογίζεται ως μήνας.

Περαιτέρω, σύμφωνα την παραγρ. 2 του άρθρου 3 της Υπουργικής Απόφασης ΠΟΛ.1167/2.8.2011, οι επιτηδευματίες και οι επιχειρήσεις που ασκούσαν το επάγγελμα ή την επιχείρησή τους για ορισμένους μήνες μέσα στη χρήση 2010, υπάγονται στην επιβολή του τέλους επιτηδεύματος, το οποίο περιορίζεται ανάλογα με τους μήνες της λειτουργίας τους, εφόσον έχει ήδη υποβληθεί δήλωση διακοπής δραστηριότητας.

Ειδικά για το οικονομικό έτος 2011 (χρήση 2010), το τέλος επιτηδεύματος ορίζεται σε τριακόσια (300) ευρώ και για τις δύο κατηγορίες επιτηδευματιών και ελεύθερων επαγγελματιών της παραγράφου 1. (παρ.7)

3. Από όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω συνάγεται, ότι το τέλος επιτηδεύματος δεν επιβάλλεται ειδικά σε περίπτωση διακοπής των εργασιών του εργοταξίου επιχείρησης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παράγραφο 3 του πρώτου κεφαλαίου του παρόντος.

Δ/νση Επιχειρησιακού Σχεδιασμού

Προκειμένου να δηλωθεί η διακοπή εργασιών του υποκαταστήματος (εργοταξίου), σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παρ. 3 του πρώτου κεφαλαίου του παρόντος, υποβάλλεται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. δήλωση μεταβολής εργασιών όπως ορίζεται με τις διατάξεις της περ. β της παρ. 1 του άρθρου 36 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000 ΦΕΚ 248 Α΄).

Η εκπρόθεσμη υποβολή της ανωτέρω δήλωσης επιφέρει τις κυρώσεις του άρθρου 4 του ν. 2523/1997, όπως ισχύει.