logo youtube

Εκτύπωση

ΠΟΛ.1147/27.10.2010

on .

ΘΕΜΑ: Παροχή οδηγιών για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 έως 13 του Ν.3888/2010 σχετικά με την εκούσια κατάργηση των φορολογικών διαφορών

Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις των άρθρων 1,2,3,4,5,6,7,8,9,10,11,12 και 13 του Κεφαλαίου Α΄ του Ν. 3888/2010 (Φ.Ε.Κ. 175 A΄/ 30.9.2010) «Εκούσια κατάργηση φορολογικών διαφορών, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών, διατάξεις για την αποτελεσματική τιμωρία της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις» και παρέχουμε τις απαραίτητες ερμηνευτικές οδηγίες για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΕΚΟΥΣΙΑ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αρθρο 1

Εισαγωγή

Με τις διατάξεις του Κεφαλαίου A΄ του νόμου αυτού καθορίζεται προαιρετικός ειδικός τρόπος επίλυσης των φορολογικών διαφορών που προκύπτουν από τις εκκρεμείς φορολογικές υποθέσεις, με σκοπό την κατάργησή τους.

Αρθρο 2

Βασικές έννοιες

Για την εφαρμογή των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού οι παρακάτω όροι νοούνται ως εξής:

1. Ελεγμένη και ανέλεγκτη υπόθεση:

Ελεγμένη θεωρείται η υπόθεση που μέχρι την 30.9.2010, ημερομηνία δημοσίευσης του προαναφερόμενου νόμου, έχει ελεγχθεί με τακτικό έλεγχο (με την Α.Υ.Ο.Ο. ΠΟΛ. 1037/2005, με τις γενικές διατάξεις κ.λπ.) και έχουν εκδοθεί και καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία οι σχετικές καταλογιστικές πράξεις.

Ανέλεγκτη θεωρείται η υπόθεση που δεν έχει ελεγχθεί με τακτικό έλεγχο. Συνεπώς, υπόθεση για την οποία έχει διενεργηθεί προσωρινός έλεγχος και έχει εκδοθεί προσωρινό φύλλο ελέγχου ή πράξη σε μια ή περισσότερες φορολογίες ή προληπτικός έλεγχος Κ.Β.Σ. και έχει εκδοθεί απόφαση επιβολής προστίμου, θεωρείται ανέλεγκτη.

2. Δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα:

Θεωρούνται τα συνολικά δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα όπως αυτά προκύπτουν από τα κατά οικονομικό έτος υποβληθέντα κύρια έντυπα των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος (Ε1, Ε5, Φ.01.010 κ.λπ), αρχικών εμπρόθεσμων ή εκπρόθεσμων που υποβλήθηκαν έως την 31.8.2010, καθώς και των τυχόν συμπληρωματικών που υποβλήθηκαν μέχρι την ίδια ημερομηνία, μετά την αφαίρεση:

α) των εσόδων από συμμετοχές σε άλλες επιχειρήσεις και

β) των εσόδων από μισθώματα ακινήτων για όλους τους υπόχρεους, με εξαίρεση τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 101 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Κ.Φ.Ε., Ν. 2238/1994), για τα οποία από τα δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα δεν αφαιρούνται τα έσοδα από μισθώματα ακινήτων, καθώς για τα νομικά αυτά πρόσωπα σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρο 105 του προαναφερόμενου Κώδικα το εισόδημα από ακίνητα περιλαμβάνεται στα ακαθάριστα έσοδά τους.

3. Αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη:

Είναι το ποσό που προκύπτει αναμφισβήτητα από δελτίο πληροφοριών ή λοιπά στοιχεία ή έγγραφα ή από απόφαση επιβολής προστίμου του Κ.Β.Σ. και αφορά:

α) την απόκρυψη ποσού εσόδων ή αγορών ή δαπανών από παράλειψη έκδοσης ή λήψης φορολογικού στοιχείου ή

β) την απόκρυψη ποσού εσόδων ή αγορών ή δαπανών από έκδοση ή λήψη ανακριβούς ως προς την αξία φορολογικού στοιχείου ή

γ) την καθαρή αξία ληφθέντος φορολογικού στοιχείου, εικονικού ως προς το πρόσωπο του αντισυμβαλλόμενου ή

δ) την καθαρή αξία εκδοθέντος εικονικού φορολογικού στοιχείου ή ληφθέντος φορολογικού στοιχείου εικονικού ως προς τη συναλλαγή ή φορολογικού στοιχείου που έχει νοθευτεί. Σε περίπτωση μερικώς εικονικού φορολογικού στοιχείου ως αξία λαμβάνεται η αξία της εικονικότητας.

4. Παράβαση Κ.Β.Σ. ή άλλο επιβαρυντικό στοιχείο που επαυξάνει το φόρο είναι η παράβαση των διατάξεων του προαναφερόμενου Κώδικα η οποία συνίσταται σε:

α) μη τήρηση ή μη διαφύλαξη οποιουδήποτε θεωρημένου Βιβλίου Κ.Β.Σ., είτε βασικού είτε πρόσθετου,

β) μη επίδειξη των θεωρημένων Βιβλίων σε έλεγχο,

γ) ανακριβή τήρηση Βιβλίων ως προς τα έσοδα ή μη καταχώρηση εσόδων,

δ) ανακριβή τήρηση Βιβλίων ως προς τις αγορές και τις δαπάνες ή μη καταχώρηση αγορών και δαπανών,

ε) ανακριβή τήρηση πρόσθετων Βιβλίων ή σε μη καταχώρηση δεδομένων που επηρεάζουν τα έσοδα ή τις αγορές ή τις δαπάνες,

στ) τήρηση Βιβλίων κατώτερης της προβλεπόμενης από τον Κ.Β.Σ. κατηγορίας,

ζ) ανακρίβεια απογραφής ως προς την ποσότητα ή την αξία,

η) έκδοση αθεώρητου στοιχείου Κ.Β.Σ. μη καταχωρημένου στα Βιβλία,

θ) μη διαφύλαξη εκδοθέντος ή ληφθέντος φορολογικού στοιχείου,

ι) καταχώρηση στα Βιβλία ανύπαρκτων αγορών ή δαπανών,

ια) έκδοση ή σήμανση στοιχείου από μη νόμιμο φορολογικό μηχανισμό που δεν καταχωρήθηκε στα Βιβλία,

ιβ) μη αναγραφή του είδους των αγαθών,

ιγ) μη σύνταξη Απογραφής ή Ισολογισμού,

ιδ) μη έκδοση ή έκδοση ανακριβούς στοιχείου που προβλέπεται από τον Κ.Β.Σ. ή υπουργική απόφαση χωρίς να προσδιορίζεται η αξία,

ιε) μη λήψη ή λήψη ανακριβούς στοιχείου που προβλέπεται από τον Κ.Β.Σ. ή υπουργική απόφαση χωρίς να προσδιορίζεται η αξία,

ιστ) μη έκδοση ή μη λήψη ή σε έκδοση ή λήψη ανακριβούς στοιχείου, η οποία προκύπτει αναμφισβήτητα από δελτίο πληροφοριών ή άλλο στοιχείο ή έγγραφο, χωρίς να προσδιορίζεται η αξία,

ιζ) έκδοση ή λήψη εικονικού φορολογικού στοιχείου ή νόθευση τέτοιου στοιχείου, η οποία προκύπτει αναμφισβήτητα από δελτίο πληροφοριών ή άλλο στοιχείο ή έγγραφο, χωρίς να προσδιορίζεται η αξία.

Οι παραβάσεις μη επίδειξης και μη διαφύλαξης των βιβλίων και στοιχείων βαρύνουν τη χρήση που διαπιστώνονται ή πιστοποιούνται.

Σημειώνεται επίσης ότι για τον υπολογισμό της αποκρυβείσας φορολογητέας ύλης και την επαύξηση του φόρου λαμβάνονται υπόψη οι παραβάσεις ή τα επιβαρυντικά εκείνα στοιχεία τα οποία είναι καταχωρημένα στα υπολογιστικά συστήματα της Γ.Γ.Π.Σ. κατά την 13.10.2010 (σχετ.η παρ.2 της Α.Υ.Ο. ΠΟΛ. 1137/11.10.10).

Αρθρο 3

Υποθέσεις που υπάγονται στις ρυθμίσεις

Στις ρυθμίσεις των διατάξεων των άρθρων 1 έως και 12 του παρόντος νόμου, υπάγονται οι εκκρεμείς υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος και λοιπών φορολογικών αντικειμένων επιτηδευματιών, οι οποίες αφορούν διαχειριστικές περιόδους που έκλεισαν μέχρι και τις 31.12.2009.

Ως εκκρεμής υπόθεση φορολογίας εισοδήματος νοείται κάθε μία εκκρεμής δήλωση φορολογίας εισοδήματος ή δήλωση αποτελεσμάτων. Το ίδιο ισχύει ανάλογα και για τον όρο εκκρεμείς υποθέσεις λοιπών φορολογικών αντικειμένων. Επισημαίνεται ότι για να περαιωθούν ανέλεγκτες υποθέσεις λοιπών φορολογικών αντικειμένων απαραίτητη προϋπόθεση είναι να υπάγεται στη ρύθμιση αντίστοιχα η ανέλεγκτη υπόθεση φορολογίας εισοδήματος.

Με τον όρο εκκρεμείς υποθέσεις για την υπαγωγή στις ρυθμίσεις νοούνται οι υποθέσεις εκείνες που μέχρι την 30.9.2010, ημερομηνία δημοσίευσης του Ν. 3888/2010:

α) Δεν έχει αρχίσει ο έλεγχος ή έχει αρχίσει και δεν έχει περατωθεί. Ως περάτωση του ελέγχου θεωρείται η έκδοση φύλλου ελέγχου ή πράξης και η μεταγραφή του στα οικεία βιβλία της φορολογικής αρχής.

β) Έχει εκδοθεί φύλλο ελέγχου ή πράξη αποτελεσμάτων, αλλά δεν έχει οριστικοποιηθεί (π.χ. εκκρεμεί ακόμη στην ελεγκτική αρχή για συμβιβασμό).

γ) Εκκρεμούν στα διοικητικά δικαστήρια μετά από άσκηση εμπρόθεσμης προσφυγής ή έφεσης και δεν έχουν συζητηθεί στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Ως εκκρεμείς θεωρούνται και οι υποθέσεις για τις οποίες έχει εκδοθεί οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δεν έχει παρέλθει η προθεσμία άσκησης έφεσης για κάποιον από τους διαδίκους. Συνεπώς, υποθέσεις για τις οποίες έχει ασκηθεί εκπρόθεσμη προσφυγή ή έφεση ενώπιον των αρμόδιων διοικητικών δικαστηρίων δεν υπάγονται στις παρούσες ρυθμίσεις, όπως επίσης και αυτές για τις οποίες έχει παρέλθει η προθεσμία άσκησης προσφυγής ή η προθεσμία άσκησης έφεσης για τους διαδίκους.

δ) Έχουν ήδη ελεγχθεί με τακτικό έλεγχο ή έχουν υπαχθεί στις διατάξεις παλαιότερων ρυθμίσεων, όπως π.χ. αυτών του Ν. 3697/2008, του Ν. 3259/2004 κ.λπ. και :

αα) Έχουν εκδοθεί συμπληρωματικά φύλλα ελέγχου ή πράξεις προσδιορισμού αποτελεσμάτων ή φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) ή λοιπές εν γένει τέτοιες πράξεις, που είτε δεν έχουν οριστικοποιηθεί είτε εκκρεμούν στα διοικητικά δικαστήρια και δεν έχουν συζητηθεί στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.

ββ) Έχουν εκδοθεί, μέχρι την 31.8.2010, αποφάσεις επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ. που είτε δεν έχουν οριστικοποιηθεί είτε εκκρεμούν στα διοικητικά γενικώς δικαστήρια (συμπεριλαμβανομένου και του Σ.τ.Ε.) και αφορούν συμπληρωματικά στοιχεία με βάση τα οποία δεν έχει διενεργηθεί ακόμη έλεγχος στις λοιπές φορολογίες (εισοδήματος, Φ.Π.Α. κλπ.).

Σημειώνεται ότι, στη ρύθμιση υπάγονται και οι επιχειρήσεις που βρίσκονται σε αδράνεια ή δεν δηλώνουν έσοδα, καθώς και τα νομικά πρόσωπα που τελούν υπό εκκαθάριση μέχρι την ημερομηνία έναρξης της εκκαθάρισης.

Αρθρο 4

Υποθέσεις που εξαιρούνται από τις ρυθμίσεις

1. Από τις υποθέσεις του προηγούμενου άρθρου εξαιρούνται και δεν υπάγονται στις παρούσες ρυθμίσεις:

α) Οι ανέλεγκτες υποθέσεις για τις οποίες δεν έχει υποβληθεί μέχρι και την 31.8.2010 εμπρόθεσμη ή εκπρόθεσμη αρχική δήλωση φόρου εισοδήματος για κάποια από τις ανέλεγκτες χρήσεις, καθώς και οι επόμενες αυτής.

Σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης φόρου εισοδήματος σε ενδιάμεση χρήση, εξαιρείται η συγκεκριμένη χρήση και οι επόμενες αυτής. Οι προηγούμενες όμως αυτής χρήσεις μπορούν να υπαχθούν στη ρύθμιση περί ανέλεγκτων υποθέσεων και να περαιωθούν.

Δεν εξαιρούνται από την περαίωση ανέλεγκτες υποθέσεις για τις οποίες σε μία ή περισσότερες χρήσεις δεν έχουν υποβληθεί εκκαθαριστικές δηλώσεις Φ.Π.Α., αλλά έχουν όμως υποβληθεί μέχρι και 31.8.2010 οι δηλώσεις φόρου εισοδήματος των χρήσεων αυτών. Σημειώνεται ότι εκκαθαριστικές δηλώσεις Φ.Π.Α. γενικώς λαμβάνονται υπόψη εφόσον επίσης υποβλήθηκαν μέχρι την 31.8.2010.

Σε περίπτωση κατά την οποία δεν έχει υποβληθεί αρχική δήλωση φόρου εισοδήματος μέχρι και 31.8.2010 αλλά έχει διενεργηθεί τακτικός έλεγχος και τα οικεία φύλλα ελέγχου ή πράξεις έχουν εκδοθεί και καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία μέχρι την 30.9.2010, η υπόθεση αυτή δεν εξαιρείται και μπορεί να υπαχθεί στη ρύθμιση περί ελεγμένων υποθέσεων σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 11, εφόσον βέβαια είναι εκκρεμής κατά το προηγούμενο άρθρο 3 και δεν συντρέχει άλλος λόγος εξαίρεσης κατά το παρόν άρθρο 4.

Σημειώνεται ότι σε περίπτωση που για φορολογούμενο υφίσταται παράβαση Κ.Β.Σ. ή επιβαρυντικό στοιχείο γενικά κατά το άρθρο 2 για χρήση για την οποία αυτός δεν είχε υποβάλει δήλωση φορολογίας εισοδήματος ως επιτηδευματίας, τότε εξαιρείται της υπαγωγής στη ρύθμιση περί ανέλεγκτων υποθέσεων τόσο η συγκεκριμένη χρήση όσο και όλες γενικά οι επόμενες ανεξαρτήτως αν για τις επόμενες έχουν υποβληθεί δηλώσεις.

β) Οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος του άρθρου 41 του Κώδικα Φ.Π.Α. (Ν. 2859/2000), ενώ οι αγρότες και γενικότερα οι αγροτικές επιχειρήσεις που έχουν ενταχθεί στο κανονικό καθεστώς Φ.Π.Α., ανεξάρτητα από την κατηγορία των τηρούμενων βιβλίων, υπάγονται στις παρούσες ρυθμίσεις.

γ) Οι υποθέσεις για τις οποίες έχουν υποβληθεί συμπληρωματικές δηλώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του Ν. 2753/1999 (δηλώσεις συνάφειας), με εξαίρεση τις προηγούμενες ή επόμενες χρήσεις αυτών για τις οποίες υποβλήθηκαν οι συμπληρωματικές δηλώσεις, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις. Διαχειριστικές περίοδοι όμως για τις οποίες υποβλήθηκαν δηλώσεις συνάφειας αλλά υπάρχουν παραβάσεις του Κ.Β.Σ. ή επιβαρυντικά εν γένει στοιχεία κατά το άρθρο 2 ή οι οποίες έχουν ελεγχθεί με τακτικό έλεγχο μέχρι 30.9.2010 και οι οικείες καταλογιστικές πράξεις είναι εκκρεμείς κατά το προηγούμενο άρθρο 3, υπάγονται στις παρούσες ρυθμίσεις περί ανέλεγκτων και ελεγμένων υποθέσεων αντίστοιχα, εφόσον δεν εξαιρούνται από άλλο λόγο.

Διευκρινίζεται ακόμη ότι αν υποβλήθηκε δήλωση συνάφειας για το εισόδημα και δεν προέκυπτε φόρος για καταβολή στο Φ.Π.Α. με αποτέλεσμα να μην υποβληθεί δήλωση για το Φ.Π.Α., οι υποθέσεις αυτές εξαιρούνται και δεν υπάγονται στη ρύθμιση περί ανέλεγκτων υποθέσεων.

δ) Από κάθε υπόθεση, η ανέλεγκτη χρήση στην οποία τα δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα είναι μεγαλύτερα του ποσού των είκοσι εκατομμυρίων (20.000.000) ευρώ ή του αντίστοιχου ποσού σε δραχμές και όλες οι επόμενες αυτής χρήσεις.

Σε περίπτωση υπερδωδεκάμηνης διαχειριστικής περιόδου, ως ακαθάριστα έσοδα για την υπαγωγή ή μη στην περαίωση λαμβάνονται τα ακαθάριστα έσοδα όλης της υπερδωδεκάμηνης περιόδου.

Ειδικά για τους επιτηδευματίες ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ. πετρελαίου θέρμανσης, ως ακαθάριστα έσοδα για την υπαγωγή ή μη στην περαίωση λαμβάνονται τα αναφερόμενα στις οδηγίες της παραγράφου 2 του άρθρου 6 της παρούσας.

Επίσης, στις περιπτώσεις που ο ανάδοχος του έργου εισφέρει το έργο σε εταιρία - κοινοπραξία που συμμετέχει (άρθ.34 Κ.Φ.Ε.), τα ακαθάριστα έσοδα της εισφοράς δεν λαμβάνονται υπόψη ως έσοδο του αναδόχου, εφόσον από την οικεία δήλωση φορολογίας εισοδήματος και γενικά από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ο διαχωρισμός.

ε) Οι υποθέσεις φορολογίας πλοίων, ακίνητης περιουσίας, μεγάλης ακίνητης περιουσίας, μεταβίβασης ακινήτων και κληρονομιών, δωρεών, προικών και γονικών παροχών, ενιαίου τέλους ακινήτων, ειδικού φόρου επί των ακινήτων, φόρου αυτόματου υπερτιμήματος και τέλους συναλλαγής.

στ) Οι υποθέσεις των εισηγμένων επιχειρήσεων σε όλες ανεξαιρέτως τις επιμέρους κατηγορίες αγορών του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών.

ζ) Οι υποθέσεις των επιχειρήσεων για τον έλεγχο των οποίων έχουν συγκροτηθεί Ειδικά Συνεργεία Ελέγχου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 του Ν. 1914/1990, για τις χρήσεις εκείνες των οποίων ο έλεγχος έχει ανατεθεί στο Ειδικό Συνεργείο. Όμως, οι λοιπές χρήσεις των προαναφερόμενων επιχειρήσεων ο έλεγχος των οποίων δεν έχει ανατεθεί στο Ειδικό Συνεργείο υπάγονται στις παρούσες ρυθμίσεις, εφόσον δεν εξαιρούνται από άλλο λόγο και συντρέχουν όλες οι κατά περίπτωση προϋποθέσεις. Επίσης, στις ρυθμίσεις υπάγονται και οι υποθέσεις επιχειρήσεων των οποίων ο έλεγχος έχει ανατεθεί σε άλλη ελεγκτική αρχή σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις της παραγράφου 12 του άρθρου 8 του Ν. 2873/2000, εφόσον και στην περίπτωση αυτή δεν συντρέχει λόγος εξαίρεσης και πληρούνται όλες οι κατά περίπτωση προϋποθέσεις.

Περαιτέρω, από τις ρυθμίσεις εξαιρούνται επίσης και οι υποθέσεις των νομικών προσώπων της παραγράφου 2 του άρθρου 101 του Κ.Φ.Ε. (Ν. 2238/1994), δηλαδή οι υποθέσεις των μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ημεδαπών ή αλλοδαπών νομικών προσώπων δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, περιλαμβανομένων και των κάθε είδους ιδρυμάτων.

η) Από κάθε υπόθεση η ανέλεγκτη χρήση για την οποία υφίσταται παράβαση Κ.Β.Σ. για έκδοση πλαστού φορολογικού στοιχείου ή προκύπτει αναμφισβήτητα από δελτίο πληροφοριών ή από άλλα στοιχεία ή έγγραφα η έκδοση τέτοιου στοιχείου και όλες οι επόμενες αυτής χρήσεις.

θ) Οι υποθέσεις επιτηδευματιών φυσικών προσώπων τα οποία, με βάση τα στοιχεία του περιουσιολογίου έτους 2008, όπως αυτό διαμορφώθηκε με δηλώσεις που υποβλήθηκαν μέχρι 31.8.2010, υπόκεινται σε φορολόγηση ακίνητης περιουσίας κατά το Κεφάλαιο Δ΄ του Ν. 3842/2010.

Τέλος, στη ρύθμιση περί ανέλεγκτων υποθέσεων δεν εμπίπτουν οι ανέλεγκτες υποθέσεις επιτηδευματιών που φορολογούνται με ειδικό τρόπο των παραγράφων 5, 6, 7 και 8 του άρθρου 33 του Κ.Φ.Ε. - Ν.2238/1994 (επιβατικά αυτοκίνητα Δ.Χ., φορτηγά αυτοκίνητα Δ.Χ., επιχειρήσεις εκμετάλλευσης ενοικιαζόμενων δωματίων, επιχειρήσεις εκμετάλλευσης κάμπινγκ, επιχειρήσεις αποκλειστικά πλανόδιων λιανοπωλητών και επιχειρήσεις αποκλειστικά λιανοπωλητών σε κινητές λαϊκές αγορές), εκτός αν πρόκειται για χρήσεις για τις οποίες υπάρχουν παραβάσεις του Κ.Β.Σ. ή επιβαρυντικά εν γένει στοιχεία κατά το άρθρο 2, οπότε οι χρήσεις αυτές εμπίπτουν στην ανωτέρω ρύθμιση.

Αντίθετα, υπάγονται στη ρύθμιση περί ελεγμένων υποθέσεων οι υποθέσεις των ανωτέρω επιτηδευματιών για τις οποίες μέχρι την 30.9.2010 είχε εκδοθεί και καταχωρηθεί φύλλο ελέγχου ή πράξη στις λοιπές φορολογίες πλην της φορολογίας εισοδήματος, αλλά δεν είχε οριστικοποιηθεί και εκκρεμεί είτε στη Δ.Ο.Υ. είτε στα διοικητικά δικαστήρια Α΄ και Β΄ βαθμού δικαιοδοσίας και δεν έχει συζητηθεί στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου .

Σημειώνεται εξάλλου ότι σε περιπτώσεις ελεγμένων κατ΄ αρχήν υποθέσεων επιτηδευματιών γενικώς, για τις οποίες όμως έχει εκδοθεί μερικό φύλλο ελέγχου ή πράξη στη φορολογία εισοδήματος κατά τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 68 του Κ.Φ.Ε., οι υποθέσεις αυτές κατά το μέρος της μη ελεγχθείσας φορολογητέας ύλης θεωρούνται ανέλεγκτες και μπορούν να υπαχθούν στη ρύθμιση περί ανέλεγκτων υποθέσεων κατά το μέρος αυτό, εφόσον το επιθυμεί ο φορολογούμενος και δεν συντρέχουν λόγοι εξαίρεσης κατά το παρόν άρθρο 4. Στις περιπτώσεις όμως αυτές επειδή δεν είναι εφικτό να γίνουν συμψηφισμοί με το φόρο βάσει των εκδοθέντων μερικών φύλλων ελέγχου ή πράξεων, οι υπολογισμοί στο πλαίσιο εφαρμογής της παραπάνω ρύθμισης θα γίνουν επί του συνόλου των ακαθάριστων εσόδων, εφαρμοζόμενων των σχετικών διατάξεων στο σύνολό τους.

2. Οι εξαιρέσεις των περιπτώσεων δ΄ και στ΄ της προηγούμενης παραγράφου δεν ισχύουν για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 11 και της παραγράφου 6 του άρθρου 12 του παρόντος νόμου.

Αρθρο 5

Προϋποθέσεις και αποτελέσματα υπαγωγής των υποθέσεων στις ρυθμίσεις

1. Η περαίωση των εκκρεμών υποθέσεων φορολογίας εισοδήματος και λοιπών φορολογικών αντικειμένων κατά τα άρθρα 1 έως 12, γίνεται με τους όρους και τις προϋπόθεσης των επόμενων παραγράφων.

2. Περαιώνεται υποχρεωτικά η πρώτη κατά σειρά ανέλεγκτη χρήση και οι επόμενες συνεχόμενες με αυτή ανέλεγκτες χρήσεις που υπάγονται στη ρύθμιση περί ανέλεγκτων υποθέσεων.

3. Με την επιφύλαξη των αναφερόμενων στην προηγούμενη παράγραφο, επιτρέπεται η περαίωση ορισμένων εκ των ανέλεγκτων χρήσεων επιλεκτικά, αρχομένης της περαίωσης από την πρώτη ανέλεγκτη χρήση.

Παράδειγμα:

Έστω ότι ατομική επιχείρηση έχει περαιώσει τις διαχειριστικές της περιόδους έως και το 2005 με τακτικό έλεγχο και οι δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και Φ.Π.Α. της διαχειριστικής περιόδου 2007 έχουν υπαχθεί στις διατάξεις των άρθρων 13 έως 17 του Ν. 3296/2004 περί αυτοελέγχου και δεν περιλαμβάνονται στις επιλεχθείσες προς έλεγχο δηλώσεις σύμφωνα με την Α.Υ.Ο.Ο. ΠΟΛ. 1035/2009. Στις διατάξεις του Ν. 3888/2010 υπάγονται οι διαχειριστικές περίοδοι 2006, 2008 και 2009, οι οποίες θεωρούνται συνεχόμενες, καθώς η χρήση 2007 δεν θεωρείται εκκρεμής αφού έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3296/2004 και δεν περιλαμβάνεται στις επιλεχθείσες προς έλεγχο δηλώσεις σύμφωνα με την ανωτέρω Α.Υ.Ο.Ο. Η επιχείρηση δύναται να περαιώσει είτε μόνο τη χρήση 2006, είτε μόνο τις χρήσεις 2006 και 2008 είτε και τις τρεις εκκρεμείς χρήσεις 2006, 2008 και 2009.

4. Με την περαίωση των ανέλεγκτων υποθέσεων φόρου εισοδήματος και λοιπών φορολογικών αντικειμένων μπορεί να περαιώνονται τα εκκρεμή προσωρινά φύλλα ελέγχου ή πράξεις, καθώς και οι εκκρεμείς αποφάσεις επιβολής προστίμου που αφορούν τις υποθέσεις αυτές, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 6, παρ. 13 και 7, παρ. 3, καθώς και στο άρθρο 8. Σημειώνεται ότι η περαίωση των κατά τα ανωτέρω εκκρεμών πράξεων είναι δυνητική για το φορολογούμενο, προϋπόθεση δε αυτής είναι η προηγούμενη αποδοχή του Εκκαθαριστικού Σημειώματος του άρθρου 9 για τις οικείες κατά περίπτωση χρήσεις καθώς και η υποβολή σχετικής αίτησης στην ελεγκτική αρχή που εξέδωσε την κατά περίπτωση εκκρεμή πράξη σύμφωνα με την Α.Υ.Ο. ΠΟΛ.1138/11.10.2010.

5. Ο επιτηδευματίας, για την περαίωση των ανέλεγκτων υποθέσεών του, αποδέχεται την καταβολή της συνολικής οφειλής που προκύπτει από το Εκκαθαριστικό Σημείωμα του άρθρου 9, χωρίς να συμψηφίζεται ή να εκπίπτεται ο φόρος που βεβαιώθηκε με βάση τις οικείες δηλώσεις που υποβλήθηκαν.

6. Για τις ελεγμένες υποθέσεις που υπάγονται στη ρύθμιση περί ελεγμένων υποθέσεων και περαιώνονται κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 11, η περαίωση διενεργείται για καθεμία εκκρεμή καταλογιστική πράξη ξεχωριστά και για όποια καταλογιστική πράξη επιθυμεί ο φορολογούμενος, ανεξαρτήτως φορολογικού αντικειμένου και διαχειριστικής περιόδου που αυτή αφορά.

7. Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται στο Δημόσιο, κατ΄ εφαρμογή των ρυθμίσεων γενικώς των άρθρων 1 έως 12, δεν αναζητούνται, ούτε συμψηφίζονται, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 4 του άρθρου 9 περί έκδοσης συμπληρωματικού Εκκαθαριστικού Σημειώματος.

Αρθρο 6

Περαίωση ανέλεγκτων υποθέσεων φορολογίας εισοδήματος

1. Η περαίωση καθεμιάς ανέλεγκτης υπόθεσης(δήλωσης) φορολογίας εισοδήματος πραγματοποιείται με την καταβολή φόρου επιπλέον εκείνου που τυχόν βεβαιώθηκε με βάση τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος που υποβλήθηκε.

2. Για τον υπολογισμό του φόρου τα δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα, όπως αυτά νοούνται κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 2, πολλαπλασιάζονται με συντελεστή δύο τοις εκατό (2%) για όλα τα επαγγέλματα, με εξαίρεση αυτά που αφορούν δραστηριότητες με Κωδικούς Αριθμούς Δραστηριότητας (Κ.Α.Δ.), οι οποίοι αντιστοιχούν στους παρακάτω Κωδικούς Αριθμούς των Μοναδικών Συντελεστών Καθαρού Κέρδους, για τα οποία τα δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα πολλαπλασιάζονται ως εξής:

α) με συντελεστή επτά τοις χιλίοις (7‰):

Κ.Α. 4214: έμπορος (πρατήριο) βενζίνης και πετρελαίου

Κ.Α. 4214 α: έμπορος (πρατήριο) πετρελαίου θέρμανσης (εκτός του Κ.Α. 4235)

Κ.Α. 5402: πρατήριο χονδρικής πωλήσεως προϊόντων καπνοβιομηχανίας

Κ.Α. 5402: έμπορος προϊόντων καπνοβιομηχανίας χονδρικώς,

β) με συντελεστή δώδεκα τοις χιλίοις (12‰):

Κ.Α. 4235: έμπορος πετρελαίου θέρμανσης (διανομή κατ΄ οίκον)

Κ.Α. 4235: έμπορος - μεταπωλητής πετρελαίου θέρμανσης (εκτός του Κ.Α. 4214 α),

γ) με συντελεστή ένα τοις εκατό (1%):

Κ.Α. 8301: πρακτορείο τουρισμού και ταξιδίων (προμήθεια από πωλήσεις εισιτηρίων)

Κ.Α. 8301 α: πρακτορείο τουρισμού και ταξιδίων (προμήθειες από πώληση αεροπορικών εισιτηρίων μέσω τρίτων ή προς ναυτιλιακές επιχειρήσεις)

Κ.Α. 8302: πρακτορείο τουρισμού και ταξιδίων (έσοδα από οργάνωση τουρισμού εσωτερικού ή εξωτερικού)

Κ.Α. 8303: πρακτορείο τουρισμού και ταξιδίων (προμήθειες από οργανωμένο τουρισμό από το εξωτερικό).

Επί υπερδωδεκάμηνων διαχειριστικών περιόδων ως ακαθάριστα έσοδα λαμβάνονται τα ακαθάριστα έσοδα όλης της υπερδωδεκάμηνης διαχειριστικής περιόδου, επί των οποίων και γίνονται όλοι οι περαιτέρω υπολογισμοί, σε κάθε δε περίπτωση υπολογίζεται ένα ελάχιστο ποσό κατά την παράγραφο 11 του παρόντος άρθρου.

Εξ άλλου, ειδικά για τους επιτηδευματίες ΔΙ.ΠΕ.ΘΕ. πετρελαίου θέρμανσης, ενόψει του ειδικού τρόπου τιμολόγησης των συναλλαγών τους καθώς και υπολογισμού των ακαθάριστων εσόδων τους, ως ακαθάριστα έσοδα για τους περαιτέρω υπολογισμούς λαμβάνονται τα δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα αφαιρουμένων των επιστραφέντων από το Δημόσιο κατά αντίστοιχη χρήση ποσών Ε.Φ.Κ., όπως τα ποσά αυτά προκύπτουν από το σύστημα "ΗΦΑΙΣΤΟΣ".

Επίσης, στις περιπτώσεις που ο ανάδοχος του έργου εισφέρει το έργο σε εταιρία - κοινοπραξία που συμμετέχει (άρθ.34 Κ.Φ.Ε.), ως προς τα λαμβανόμενα ακαθάριστα έσοδα ισχύουν οι οδηγίες της παραγράφου 1, περ. δ΄ του άρθρου 4.

3. Το ποσό που προκύπτει σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο πολλαπλασιάζεται με συντελεστή προοδευτικότητας ανάλογα με τα δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα, όπως αυτά νοούνται κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 2 και σύμφωνα και με τις ανωτέρω διευκρινίσεις, ως εξής:

Ακαθάριστα έσοδα Συντελεστής προοδευτικότητας έως και 150.000 ευρώ 1

Από 150.001 ευρώ έως και 300.000 ευρώ 1,05

Από 300.001 ευρώ έως και 600.000 ευρώ 1,10

Από 600.001 ευρώ έως και 1.200.000 ευρώ 1,15

Από 1.200.001 ευρώ έως και 3.000.000 ευρώ 1,20

Από 3.000.001 ευρώ έως και 6.000.000 ευρώ 1,25

Από 6.000.001 ευρώ και άνω 1,30

Στις τυχόν περιπτώσεις επιτηδευματιών με ακαθάριστα έσοδα που συμπίπτει να κυμαίνονται μεταξύ των ανώτερου και του κατώτερου ποσού δύο συνεχόμενων κλιμακίων, λαμβάνεται υπόψη ο χαμηλότερος συντελεστής προοδευτικότητας. Για παράδειγμα, επί ακαθάριστων εσόδων 300.000,05 ευρώ ισχύει ο συντελεστής προοδευτικότητας 1.05.

4. Στο τελικό ποσό που προκύπτει από τους ως άνω υπολογισμούς επιβάλλεται φόρος περαίωσης με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%), εκτός από τις Α.Ε. και Ε.Π.Ε. για τις οποίες επιβάλλεται φόρος με συντελεστή είκοσι πέντε τοις εκατό (25%).

5. Το ποσό του φόρου της προηγούμενης παραγράφου προσαυξάνεται αν υπάρχουν παραβάσεις ή επιβαρυντικά στοιχεία της παραγράφου 4 του άρθρου 2 ως εξής:

α) Για παραβάσεις των περιπτώσεων α΄ έως και ιγ΄, κατά είκοσι τοις εκατό (20%).

β) Για παραβάσεις των περιπτώσεων ιδ΄ και ιε΄, κατά σαράντα τοις εκατό (40%).

γ) Για την περίπτωση ιστ΄, κατά σαράντα τοις εκατό (40%).

δ) Για την περίπτωση ιζ΄, κατά εξήντα τοις εκατό(60%).

6. Αν υπάρχει αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη, κατά την έννοια της παραγράφου 3 του άρθρου 2, για τον υπολογισμό του ποσού του φόρου, το ποσό της αποκρυβείσας φορολογητέας ύλης πολλαπλασιάζεται με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%), το ποσό που προκύπτει προστίθεται στο ποσό που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό των δηλωθέντων ακαθάριστων εσόδων με το συντελεστή της παραγράφου 2 (2% ή 7‰ ή 12‰ ή 1%, κατά περίπτωση), περαιτέρω το άθροισμα που προκύπτει πολλαπλασιάζεται με τον οικείο συντελεστή προοδευτικότητας της παραγράφου 3, με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στην παράγραφο 8, και επί του γινομένου επιβάλλεται φόρος με τον οικείο συντελεστή της παραγράφου 4 (20% ή 25%, κατά περίπτωση). Ο φόρος που προκύπτει προσαυξάνεται ως εξής:

α) Αν υπάρχει αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη των περιπτώσεων α΄, β΄ και γ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 2, κατά σαράντα τοις εκατό (40%).

β) Αν υπάρχει αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 2, κατά εξήντα τοις εκατό (60%).

7. Για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου καθώς και της παραγράφου 5, περιπτώσεις α΄και β΄, λαμβάνονται υπόψη οι παραβάσεις του Κ.Β.Σ. οι οποίες:

α) έχουν οριστικοποιηθεί ή

β) εκκρεμούν για διοικητική επίλυση της διαφοράς στη Δ.Ο.Υ. ή άλλη ελεγκτική αρχή ή για εκδίκαση στα διοικητικά δικαστήρια γενικώς, συμπεριλαμβανομένου και του ΣτΕ.

8. Αν υπάρχει αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη η οποία αφορά απόκρυψη εσόδων (όχι αγορών ή δαπανών), το ποσό της απόκρυψης προστίθεται στα δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα προκειμένου να προσδιορισθεί ο οικείος συντελεστής προοδευτικότητας και να εφαρμοστούν τα οριζόμενα στην παράγραφο 6.

9. Αν υπάρχει αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη και παραβάσεις Κ.Β.Σ. ή λοιπά επιβαρυντικά στοιχεία που επαυξάνουν το φόρο, για την προσαύξηση του φόρου ισχύουν τα μεγαλύτερα ποσοστά προσαύξησης κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 5 και 6, ανάλογα με την περίπτωση.

10. Αν για κάποια από τις ανέλεγκτες χρήσεις δεν έχει υποβληθεί εκκαθαριστική δήλωση Φ.Π.Α. μέχρι 31.8.2010, το ποσό του φόρου που προκύπτει κατά τις προηγούμενες παραγράφους, ανάλογα με την περίπτωση, προσαυξάνεται κατά δέκα τοις εκατό (10%). Το ποσό που προκύπτει από την προσαύξηση αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερο από διακόσια (200) ευρώ και προστίθεται στο φόρο που προκύπτει κατά τις προηγούμενες παραγράφους ή στο ελάχιστο ποσό φόρου όπως ορίζεται στην επόμενη παράγραφο. Στην περίπτωση αυτή, αλλά και γενικότερα σε κάθε περίπτωση, αν από το Εκκαθαριστικό Σημείωμα προκύπτει και ποσό Φ.Π.Α. σύμφωνα με τα οριζόμενα στο επόμενο άρθρο 7, η συνολική οφειλή αποτελείται από το άθροισμα του ποσού της φορολογίας εισοδήματος και του Φ.Π.Α.

11. Αν από τον υπολογισμό του φόρου κατά τις προηγούμενες παραγράφους δεν προκύπτει φόρος ή προκύπτει:

α) Ποσό μικρότερο από τριακόσια (300) ευρώ, προκειμένου για μη υπόχρεο ή επιτηδευματία που δεν τήρησε Βιβλία ή τήρησε Βιβλία πρώτης κατηγορίας του Κ.Β.Σ., το ποσό του φόρου ορίζεται στα τριακόσια (300) ευρώ.

β) Ποσό μικρότερο από πεντακόσια (500) ευρώ, προκειμένου για επιτηδευματία που τήρησε Βιβλία δεύτερης κατηγορίας του Κ.Β.Σ., το ποσό του φόρου ορίζεται στα πεντακόσια (500) ευρώ. Εφόσον πρόκειται για ελεύθερους επαγγελματίες τα αντίστοιχα ποσά φόρου ορίζονται σε επτακόσια (700) ευρώ.

γ) Ποσό μικρότερο από επτακόσια (700) ευρώ, προκειμένου για επιτηδευματία που τήρησε Βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κ.Β.Σ., το ποσό του φόρου ορίζεται στα επτακόσια (700) ευρώ. Εφόσον πρόκειται για ελεύθερους επαγγελματίες με βιβλία Γ΄ κατηγορίας τα αντίστοιχα ποσά φόρου ορίζονται σε χίλια (1.000) ευρώ.

Σημειώνεται ότι τα ανωτέρω ελάχιστα ποσά φόρου υπολογίζονται ανά χρήση και στην περίπτωση που η επιχείρηση βρίσκεται σε αδράνεια.

Ακόμη, εάν ο επιτηδευματίας τήρησε βιβλία Α΄ και Β΄ κατηγορίας Κ.Β.Σ. ή Α΄ και Γ΄ κατηγορίας παράλληλα, το ελάχιστο ποσό φόρου ανά χρήση είναι αυτό που αντιστοιχεί στη μεγαλύτερη κατηγορία βιβλίων. Επίσης, αν ελεύθερος επαγγελματίας άσκησε παράλληλα και άλλη δραστηριότητα, τότε το ελάχιστο ποσό, ανά κατηγορία τηρούμενων βιβλίων (Β΄ ή Γ΄ κατηγορίας του Κ.Β.Σ.), είναι αυτό που προβλέπεται για τη δραστηριότητα του ελεύθερου επαγγελματία. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις όλοι οι λοιποί υπολογισμοί γίνονται επί του συνόλου των ακαθάριστων εσόδων από όλες τις δραστηριότητες.

Επίσης επισημαίνεται ότι το κατά τα ανωτέρω ελάχιστο ποσό υπολογίζεται ανά διαχειριστική περίοδο, ανεξάρτητα της χρονικής διάρκειας της διαχειριστικής περιόδου, ανεξάρτητα δηλαδή αν η διαχειριστική περίοδος είναι μικρότερη ή μεγαλύτερη των 12 μηνών.

12. Ζημιά που προκύπτει από τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος της τελευταίας περαιούμενης χρήσης δεν μεταφέρεται για συμψηφισμό με τα θετικά εισοδήματα των επόμενων χρήσεων σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, εφόσον η χρήση αυτή ή κάποια από τις τέσσερις (4) προηγούμενες χρήσεις που περιλαμβάνονται στο Εκκαθαριστικό Σημείωμα βαρύνεται με παράβαση Κ.Β.Σ. ή άλλο επιβαρυντικό στοιχείο που επαυξάνει το φόρο ή με αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2. Σε κάθε άλλη περίπτωση και όσον αφορά το ποσό της μεταφερόμενης ζημίας στην πρώτη ανέλεγκτη χρήση εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις.

Διευκρινίζεται ότι σε περαιούμενες ζημιογόνες χρήσεις το ποσό του φόρου περαίωσης υπολογίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις προηγούμενες παραγράφους του παρόντος άρθρου, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ή να ασκεί επιρροή στον υπολογισμό του φόρου περαίωσης η ύπαρξη ή το ύψος της ζημιάς.

13. Προσωρινό φύλλο ελέγχου φόρου εισοδήματος ή προσωρινή πράξη προσδιορισμού του φόρου που εκκρεμεί στη Δ.Ο.Υ. ή άλλη ελεγκτική αρχή ή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3, παράγραφος 2, περ. γ΄ και αφορά τις περαιούμενες ανέλεγκτες υποθέσεις, περαιώνεται με ανάλογη εφαρμογή όσων ορίζονται στο άρθρο 11 (σχετ. και οι οδηγίες στην παρ. 4 του άρθ. 5).

Σημειώνεται ότι κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 13, περ. ι΄, εκδόθηκε ήδη η Α.Υ.Ο. ΠΟΛ. 1138/11.10.2010, η οποία, μεταξύ άλλων, καθορίζει τον τρόπο, τον χρόνο και τη διαδικασία περαίωσης των ως άνω εκκρεμών πράξεων κατά το άρθρο 11.

Τέλος, σημειώνεται ότι εφόσον για περαιωθείσες χρήσεις εκκρεμούν αιτήματα επιστροφής φόρου εισοδήματος, η επιστροφή διενεργείται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. βάσει των στοιχείων του οικείου φακέλου( π.χ. εάν το αιτούμενο προς επιστροφή ποσό προκύπτει από παρακράτηση φόρου εισοδήματος ερευνάται εάν με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος έχουν υποβληθεί και οι σχετικές βεβαιώσεις παρακράτησης). Ειδικά στις περιπτώσεις που η αιτούμενη επιστροφή οφείλεται σε παρακράτηση φόρου, εφόσον οι σχετικές βεβαιώσεις παρακράτησης αφορούν ποσά παρακρατηθέντος φόρου πάνω από 1.000 ευρώ ανά βεβαίωση, αποστέλλεται έγγραφο στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. του παρακρατήσαντος το φόρο προκειμένου να επιβεβαιωθεί η απόδοσή του από αυτόν.

Αρθρο 7

Περαίωση ανέλεγκτων υποθέσεων λοιπών φορολογικών αντικειμένων

1. Η περαίωση καθεμιάς ανέλεγκτης υπόθεσης φορολογίας εισοδήματος συνεπάγεται αυτοδίκαια και την περαίωση ως ειλικρινών των ανέλεγκτων υποθέσεων των λοιπών φορολογικών αντικειμένων, με την επιφύλαξη των οριζόμενων στις επόμενες παραγράφους.

2. Για την περαίωση κάθε ανέλεγκτης υπόθεσης Φ.Π.Α.:

α) Αν για κάποια από τις ανέλεγκτες χρήσεις υπάρχει αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη, κατά την έννοια της παραγράφου 3 του άρθρου 2, επί του ποσού της αποκρυβείσας φορολογητέας ύλης υπολογίζεται Φ.Π.Α. με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%) και το προκύπτον ποσό προσαυξάνεται κατά τριάντα τοις εκατό(30%). Εάν ο επιτηδευματίας ασκεί δραστηριότητα υπαγόμενη στο Φ.Π.Α. και παράλληλα δραστηριότητα που δεν υπάγεται στο Φ.Π.Α. και σε κάποια ή κάποιες διαχειριστικές περιόδους υπάρχει αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη, τότε ολόκληρη η αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη θεωρείται ότι υπάγεται στο Φ.Π.Α. Αντίθετα, αν ο επιτηδευματίας ασκεί μόνο δραστηριότητα που δεν υπάγεται στο Φ.Π.Α. δεν υπολογίζεται καθόλου Φ.Π.Α.

β) Αν για κάποια από τις ανέλεγκτες χρήσεις προκύπτει αναμφισβήτητα η λήψη πλαστού φορολογικού στοιχείου από δελτίο πληροφοριών ή άλλο στοιχείο ή έγγραφο, επί του ποσού της καθαρής αξίας του πλαστού στοιχείου υπολογίζεται Φ.Π.Α. με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%).

Οι διευκρινίσεις στην προηγούμενη περίπτωση α΄ ως προς το είδος των δραστηριοτήτων που ασκεί ο επιτηδευματίας ισχύουν και εν προκειμένω.

γ) Το πιστωτικό υπόλοιπο που προκύπτει από την εκκαθαριστική δήλωση Φ.Π.Α. της τελευταίας περαιούμενης χρήσης, το οποίο έχει μεταφερθεί στην επόμενη ανέλεγκτη χρήση, συνεχίζει παρά την επελθούσα περαίωση να υπόκειται σε προσωρινό έλεγχο ως προς τις φορολογικές ή διαχειριστικές περιόδους στις οποίες γεννήθηκε ή από τις οποίες προέρχεται, εφόσον υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5000) ευρώ. Τα προαναφερόμενα ισχύουν εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της επόμενης περίπτωσης δ΄.

δ) Το πιστωτικό υπόλοιπο που προκύπτει από την εκκαθαριστική δήλωση Φ.Π.Α. της τελευταίας περαιούμενης χρήσης προσαυξάνει το ποσό της οφειλής όπως αυτή προκύπτει με βάση την περαίωση της χρήσης αυτής, εφόσον η εν λόγω χρήση ή έστω μία από τις τέσσερις (4) προηγούμενες χρήσεις που περιλαμβάνονται στο Εκκαθαριστικό Σημείωμα βαρύνεται με παράβαση Κ.Β.Σ. ή άλλο επιβαρυντικό στοιχείο που επαυξάνει το φόρο ή με αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2. Τα παραπάνω εφαρμόζονται εφόσον το πιστωτικό υπόλοιπο Φ.Π.Α. έχει μεταφερθεί στην αμέσως επόμενη φορολογική περίοδο μετά την τελευταία περαιούμενη χρήση, ενόψει δε της ως άνω προσαύξησης της οφειλής βάσει της περαίωσης, το μεταφερθέν ως άνω πιστωτικό υπόλοιπο Φ.Π.Α. δεν θίγεται. Ειδικά στις περιπτώσεις που το προαναφερόμενο πιστωτικό υπόλοιπο δηλώθηκε προς επιστροφή, η επιστροφή δεν διενεργείται και αν αυτή έχει ήδη διενεργηθεί κατά ένα μέρος ή στο σύνολό της, το σχετικό ποσό αποδίδεται από τον υπόχρεο στο Δημόσιο με έκτακτη δήλωση, χωρίς κυρώσεις, εντός μηνός από την ημερομηνία που ο επιτηδευματίας αποδέχθηκε το Εκκαθαριστικό Σημείωμα και κατέβαλε το ποσό της παραγράφου 3 του άρθρου 9. Αν το ποσό του Φ.Π.Α. που επιστράφηκε δεν αποδοθεί μέσα στην προαναφερόμενη προθεσμία εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις, δηλαδή αυτό καταλογίζεται κατά τις ισχύουσες διατάξεις, με χρόνο αφετηρίας υπολογισμού του πρόσθετου φόρου την επόμενη ημέρα εκείνης κατά την οποία έληξε η προθεσμία υποβολής της οικείας εκκαθαριστικής δήλωσης.

Επίσης, η επιστροφή δεν διενεργείται και επί εκκρεμών αιτημάτων επιστροφής που αφορούν πιστωτικά υπόλοιπα Φ.Π.Α. οποιασδήποτε περαιούμενης χρήσης προηγούμενης της τελευταίας περαιούμενης, εφόσον η χρήση αυτή ή έστω μία από τις τέσσερις (4) προηγούμενες χρήσης που περιλαμβάνονται στο Εκκαθαριστικό Σημείωμα βαρύνεται με παράβαση Κ.Β.Σ. ή άλλο επιβαρυντικό στοιχείο που επαυξάνει το φόρο ή με αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2.

Σε κάθε άλλη περίπτωση τα ποσά που αφορούν τυχόν εκκρεμή αιτήματα επιστροφής πιστωτικού υπολοίπου Φ.Π.Α. και για όλες τις περαιούμενες χρήσεις επιστρέφονται χωρίς έλεγχο εφόσον ανέρχονται έως και πέντε χιλιάδες (5000) ευρώ. Εάν όμως το ποσό του αιτούμενου προς επιστροφή Φ.Π.Α. υπερβαίνει το προαναφερόμενο όριο τότε σε κάθε περίπτωση για την επιστροφή του αιτούμενου ποσού διενεργείται προσωρινός έλεγχος.

3. Εκκρεμείς προσωρινές καταλογιστικές πράξεις επιβολής του φόρου, τέλους ή εισφοράς ή πράξεις επιβολής προστίμου των λοιπών εν γένει φορολογικών αντικειμένων πλην της φορολογίας εισοδήματος, που εκκρεμούν στη Δ.Ο.Υ. ή άλλη ελεγκτική αρχή ή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3, παράγραφος 2, περ. γ΄ και αφορούν τις περαιούμενες ανέλεγκτες υποθέσεις, περαιώνονται με ανάλογη εφαρμογή όσων ορίζονται στο άρθρο 11 (σχετ. και οι οδηγίες στην παρ.4 του άρθ.5, καθώς και στην παρ.13 του άρθ.6).

4. Για όλα εν γένει τα λοιπά φορολογικά αντικείμενα (πλην δηλαδή της φορολογίας εισοδήματος) συμπεριλαμβανομένου και του Φ.Π.Α., εφόσον διαπιστώνεται η μη υποβολή των σχετικών δηλώσεων ή υπάρχουν κάθε είδους επιβαρυντικά στοιχεία, τότε, ανεξαρτήτως της επελθούσας περαίωσης, για τα συγκεκριμένα αντικείμενα και τις συγκεκριμένες δηλώσεις διενεργείται έλεγχος σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις ( π.χ. εάν δεν έχει υποβληθεί περιοδική δήλωση Φ.Π.Α. για μία ή περισσότερες φορολογικές περιόδους ή έστω ότι από δελτίο πληροφοριών του Σ.Δ.Ο.Ε. προκύπτει ότι για μια ή περισσότερες φορολογικές