logo youtube

Εκτύπωση

Αποκάλυψαν οικειοθελώς κρυφά εισοδήματα, το μετάνιωσαν και ζητούν επιστροφή των φόρων!

on .

Δεν επιστρέφονται οι φόροι που καταλογίστηκαν στο πλαίσιο των δηλώσεων περί οικειοθελούς αποκάλυψης, ακόμη και αν οι φόροι αφορούν σε έτη, τα οποία παραγράφηκαν.

Χιλιάδες φορολογούμενοι, που εντάχθηκαν στην οικειοθελή αποκάλυψη «ξεχασμένων» εισοδημάτων το μετάνιωσαν και ζητούν πίσω τους φόρους που κατέβαλαν, αφού διαπίστωσαν πως, με τις αποφάσεις του ΣτΕ και του Ν.Σ.Κ. οι υποθέσεις τους πέραν της πενταετίας έχουν παραγραφεί και θα μπορούσαν να μην ενταχθούν στην οικειοθελή αποκάλυψη, να μην πληρώσουν φόρους και να μην έχουν κανένα απολύτως πρόβλημα.

Ωστόσο η εφορία απαντά με ένα ξερό «όχι», υπενθυμίζοντας τη σχετική διάταξη του ν. ν.4446/2016 αναφορικά με την οικειοθελή αποκάλυψη φορολογητέας ύλης παρελθόντων ετών, σύμφωνα με την οποία: «φόροι, τέλη, εισφορές και λοιπά ποσά που καταβάλλονται δυνάμει δηλώσεων που υποβάλλονται κατά τις διατάξεις των προηγούμενων άρθρων δεν επιστρέφονται και οι σχετικές δηλώσεις δεν ανακαλούνται».

Αυτό προκύπτει από μία απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (υπ. αρ. 2175/27.04.2018), η οποία έχει ευρύτερη εφαρμογή και θα ακολουθήσουν και άλλες παρόμοιες αποφάσεις.

Σημειώνεται ότι στο πλαίσιο της οικειοθελούς αποκάλυψης των εισοδημάτων, (η τελευταία προθεσμία έληξε στις 25 Νοεμβρίου 2017), υποβλήθηκαν συνολικά 507.677 αιτήσεις-δηλώσεις από περισσότερους των 140.000 φορολογούμενους (σε πολλές περιπτώσεις ένας φορολογούμενος υπέβαλε περισσότερες της μιας δηλώσεις, για περισσότερα του ενός έτη).

Δηλώθηκαν αποκρυβέντα εισοδήματα και λοιπά αδήλωτα κεφάλαια συνολικού ύψους 10,1 δισ. ευρώ και βεβαιώθηκαν φόροι και προσαυξήσεις συνολικού ύψους 795,32 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 377,44 εκατ. ευρώ αφορούν τις φορολογικές υποθέσεις για τις οποίες είχαν εκδοθεί εντολές ελέγχους και τα υπόλοιπα 417,88 εκατ. ευρώ αφορούν περιπτώσεις οικειοθελούς αποκάλυψης χωρίς να έχει προηγηθεί η έκδοση εντολής διενέργειας ελέγχου.

Ο φορολογούμενος που το μετάνιωσε

Η υπόθεση που εκδίκασε η ΔΕΔ είναι η ακόλουθη:
Φορολογούμενος από το Λουτράκι Κορινθίας, που ανήκει στη ΔΟΥ Κορίνθου, στο πλαίσιο της ευεργετικής ρύθμισης περί οικειοθελούς αποκάλυψης, υπέβαλε αίτημα και εντάχθηκε στη ρύθμιση, προκειμένου να δηλώσει εισοδήματα του έτους 2005, τα οποία δεν είχε δηλώσει έγκαιρα.

Μετά την υποβολή της αίτησης, η εφορία του καταλόγισε στις 7 Νοεμβρίου 2017, φόρο ύψους 5.109,43 ευρώ, ώστε να κλείσει η υπόθεσή του. Κατόπιν όμως, διαπιστώνοντας ότι με τις αποφάσεις του Συμβουλίου της επικρατείας, και του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, καθώς από τις εγκυκλίους που εξέδωσε η ΑΑΔΕ, οι υποθέσεις του 2005 έχουν παραγραφεί, ζήτησε από την εφορία ακύρωση του πρόσθετου φόρου.

Η ΔΟΥ Κορίνθου αρνήθηκε και ο φορολογούμενος προσέφυγε στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών.

Στις 28 Δεκεμβρίου υποβάλει προσφυγή στη ΔΕΔ και ζητεί την ακύρωση του καταλογιζόμενου πρόσθετου φόρου ύψους 5.109,43 ευρώ. Ειδικότερα ο προσφεύγων, με την υπό κρίση ενδικοφανή προσφυγή, ζητά την ακύρωση του προσβαλλόμενου εκκαθαριστικού σημειώματος Φόρου Εισοδήματος Φυσικού Προσώπου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Κορίνθου, που αφορά το οικ. έτος 2005, ισχυριζόμενος ότι εσφαλμένα βεβαιώθηκε σε βάρος του φόρος για το οικονομικό έτος 2005 καθόσον έχει υποβάλει φορολογικές δηλώσεις για όλα τα έτη και το δικαίωμα της Δ.Ο.Υ. Κορίνθου για συμπληρωματικό έλεγχο του έτους 2005 έχει υποκύψει στην πενταετή παραγραφή.

Ωστόσο η ΔΕΔ έκρινε ότι εφόσον υποβλήθηκε τροποιητική δήλωση για το έτος 2005 το 2017 στο πλαίσιο της «οικειοθελούς αποκάλυψης» των εισοδημάτων, η δήλωση αυτή δεν ανακαλείται!

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει: «Σε περίπτωση που ο φορολογούμενος έχει ήδη υποβάλει δήλωση κατ` εφαρμογή των διατάξεων του ν.4446/2016 δύναται να υποβάλει νέα τροποποιητική (συμπληρωματική) δήλωση, χρεωστική ή μηδενική, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, επικαλούμενος τις ευεργετικές διατάξεις του νόμου αυτού. Δεδομένου ότι με βάση τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 61 του ως άνω νόμου, όπως αυτές ερμηνεύτηκαν με την ΠΟΛ.1009/19.1.2017 εγκύκλιο, οι καταβολές που διενεργούνται δυνάμει της υπαγωγής στη ρύθμιση δεν επιστρέφονται και οι σχετικές δηλώσεις δεν ανακαλούνται είτε λόγω πραγματικής είτε λόγω νομικής πλάνης, δεν δύναται να υποβληθεί εκ των υστέρων τροποποιητική (ανακλητική) δήλωση φορολογίας με σκοπό την επιστροφή καταβληθέντος φόρου. Αντίθετα, μπορεί να υποβληθεί τροποποιητική δήλωση με σκοπό να διορθωθούν λάθη που έχουν προκύψει κατά την υποβολή προγενέστερης δήλωσης με βάση τις διατάξεις του νόμου αυτού, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα προκύπτει επιστροφή καταβληθέντος φόρου».

Στο πλαίσιο αυτό, το σκεπτικό της ΔΕΔ καταλήγει ως εξής:
«Επειδή εν προκειμένω η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε με βάση την υποβολή από τον προσφεύγοντα της με αριθ. ………/2017 τροποποιητικής δήλωσης φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2005 προς τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Κορίνθου, κάνοντας χρήση των ως άνω διατάξεων του νόμου περί οικειοθελούς αποκάλυψης φορολογητέας ύλης παρελθόντων ετών προκειμένου να τύχει των ευνοϊκών ρυθμίσεων των σχετικών διατάξεων. Σύμφωνα δε με τις ως άνω διατάξεις, η ανωτέρω δήλωσή του δεν ανακαλείται. Συνεπώς νομίμως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή πράξη και η υπό κρίση προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.»

Καθορίζει επίσης ότι η οριστική φορολογική υποχρέωση του υπόχρεου για το έτος 2005 είναι το καταλογιζόμενο ποσό των 5.109,43 ευρώ, που προέκυψε από την οικειοθελή δήλωση.

27.08.2018 - Πηγή: sofokleousin.gr